δέελος

δέελος, η, ον, resolved form of δῆλος, Il.10.466.
II = δεσμός, ἅμμα, Hsch. [full] δεήλαδες· φύλακες, Id.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δέελος — δέελος, η, ον (Α) βλ. δήλος …   Dictionary of Greek

  • δέελος — masc nom sg δῆλος Delos masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέελον — δέελος masc acc sg δέελος neut nom/voc/acc sg δῆλος Delos masc acc sg (epic) δῆλος Delos neut nom/voc/acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεέλη — δέελος fem nom/voc sg (attic epic ionic) δῆλος Delos fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δήλος — Μικρό (μέγιστο μήκος 6 χλμ., μέγιστο πλάτος 1,3 χλμ.) άγονο νησί, που βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο των Κυκλάδων (6 μίλια από τη Μύκονο). Ο παράλιος ομώνυμος οικισμός (14 κάτ., υπάλληλοι της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας) υπάγεται διοικητικά στον δήμο… …   Dictionary of Greek

  • dei-1, dei̯ǝ-, dī-, di̯ā- —     dei 1, dei̯ǝ , dī , di̯ā     English meaning: to shine; day; sun; sky god, god     Deutsche Übersetzung: “hell glänzen, schimmern, scheinen”     Note: (older “*dart rays”?)     Note: The origin of the sky god was Anatolia, where the Sumerian… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • дивиться — сюда же удивляться, укр. дивитися смотреть , ст. слав. дивити сѩ θαυμάζειν, болг. дивя се удивляюсь , сербохорв. дѝвити се – то же, чеш. diviti se, польск. dziwic się. От диво (ср. вост. лит. днал. deivoti созерцать (напр., звезды) ; дальнейшие …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • δείελος — δείελος, ον (Α) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο δειλινό («δείελον ἦμαρ», «δείελος ὥρη») 2. ως ουσ. α) το δειλινό (α. «ποτὲ δείελον» β. «ὑπὸ δείελον» κατά το δειλινό) β) δειελίη το βραδινό φαγητό. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για λ. αβέβαιης ετυμολ.… …   Dictionary of Greek

  • deu-1 —     deu 1     English meaning: to plunge, to penetrate into     Deutsche Übersetzung: “einsinken, eindringen, hineinschlũpfen”     Material: O.Ind. upü du “ to go into, (of clothes), to put on, to wear, assume the person of, enter, press into,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.